αδιάκοπα /sːinɛˈxos/ Επίρρημα
- English
- continually
- فارسی
- مدام
Example
- Μιλάνε αδιάκοπα για τα λεφτά, λες και δεν έχουν άλλο θέμα. [Αδιάκοπα / Αένναα / Συνεχώς] — της διαμάχης
- They argue continually about money.
- Εδώ τονίζεται η έλλειψη παύσης στη συζήτηση.