Συνήγορος / Υπερασπίζομαι /si.niˈɣo.ros/ Noun
- English
- advocate
- فارسی
- حامی
Example
- Είναι μια παθιασμένη ΥΠΕΡΜΑΧΟΣ των δικαιωμάτων των ζώων. (Είναι μια παθιασμένη ΥΠΕΡΜΑΧΟΣ / ΠΡΟΑΣΠΙΣΤΡΙΑ)
- She is a passionate advocate for animal rights.
- Το 'Υπέρμαχος' δίνει μεγαλύτερη έμφαση στον αγώνα.