αυτομάτως /af.toˈma.ti.kos/ Adverb
- English
- automatically
- فارسی
- بهطور خودکار
Example
- Η θέρμανση κλείνει **αυτόματα** (απολύτως μηχανικά / απροβλημάτιστα) όταν φτάσει τη θερμοκρασία.
- The heating switches off automatically.
- Το 'αυτόματα' είναι η πιο συχνή και ουδέτερη επιλογή.