αγχωμένος /aŋxoˈmenos/ ΕπίθετοEnglishnervousفارسیمضطربExampleΈνιωσα πολύ αγχωμένος πριν τη συνέντευξη. (ταραγμένος / ανήσυχος / ανήσυχος)I felt really nervous before the interview.Το 'αγχωμένος' είναι η πιο συχνή, καθημερινή επιλογή.