Αγελάδα /aʝeˈlaða/ Noun

English
cow
فارسی
گاو

Example

  • Η αγελάδα βοσκούσε γαλήνια (χόρταινε / έτρωγε / κατανάλωνε) στο λιβάδι.
  • The cow grazed peacefully in the meadow.
  • Η εικόνα της βοσκής είναι πολύ παρηγορητική στην ελληνική ύπαιθρο.