Δυσκολεύομαι / Πάλη /ði̯s.koˈle.vo/ Noun
- English
- struggle
- فارسی
- دست و پنجه نرم کردن
Example
- Ο ταξικός [αγώνας] (πάλη / δυσκολία) καθόρισε τον αιώνα.
- The class struggle defined the century.
- Εδώ ο 'αγώνας' είναι ο καθιερωμένος όρος για κοινωνικές συγκρούσεις.