Απόγειο / Peak (ως δάνειο) /aˈpðʝo/ Noun

English
peak
فارسی
اوج

Example

  • Η κίνηση φτάνει στην [ακμή] της μεταξύ 8 και 9 το πρωί.
  • Traffic reaches its peak between 8 and 9 in the morning.
  • Εδώ η 'ακμή' είναι η πιο φυσική επιλογή για την ένταση της κίνησης.