ακούω /aˈku.o/ Noun

English
hearing
فارسی
شنیدن

Example

  • Η [ακοή] της γιαγιάς αρχίζει να φθίνει με την ηλικία.
  • Her hearing is starting to fade with age.
  • Εδώ η «ακοή» είναι η φυσική ικανότητα.