δαπανηρός /ða.pa.niˈros/ Επίθετο

English
costly
فارسی
پرهزینه

Example

  • Η αγορά νέων επίπλων μπορεί να αποδειχθεί πολύ **ακριβή**.
  • Buying new furniture may prove too costly.
  • Εδώ το 'ακριβός' παίρνει θηλυκό γένος για να συμφωνήσει με το 'αγορά'.