Ακτογραμμή /aktoɣraˈmi/ NounEnglishcoastفارسیساحلExampleΚάναμε μια γραφική διαδρομή κατά μήκος της ακτής (ακτή / ακτογραμμή / ακρογιαλιά).We took a scenic drive along the coast.Η 'ακτή' είναι πιο γενική και γεωγραφική από την 'παραλία'.