αλληλεπίδραση /alilepiˈðrɑːsi/ Noun
- English
- interaction
- فارسی
- تعامل
Example
- Η **αλληλεπίδραση** (συναναστροφή / επαφή / επικοινωνία) μεταξύ των ερμηνευτών και του κοινού ήταν ηλεκτρισμένη.
- The interaction between the performers and the audience was electric.
- Εδώ η 'αλληλεπίδραση' τονίζει την ενεργή ανταλλαγή.