καταφανής /stɑːrk/ Adjective

English
stark
فارسی
عریان

Example

  • Ο συγγραφέας ζωγραφίζει μια **αμείλικτη** εικόνα της ζωής σε στρατόπεδο συγκέντρωσης.
  • The author paints a stark picture of life in a prison camp.
  • Εδώ τονίζεται η έλλειψη ελπίδας και η σκληρή πραγματικότητα.