Βελτιώνω /vɛlˈti.o.no/ Ρήμα
- English
- ameliorate
- فارسی
- بهبود بخشیدن
Example
- Εισήχθησαν νέες πολιτικές για να **βελτιώσουν** (εξαγνίζω / καταρτίζω / αναβαθμίζω) τη δύσκολη οικονομική κατάσταση.
- New policies were introduced to ameliorate the difficult economic situation.
- Το 'βελτιώνω' είναι το πιο άμεσο και συχνό. Το 'εξαγνίζω' δίνει μια αίσθηση καθαρισμού.