Αμηχανία /amiˈxani.a/ Noun
- English
- embarrassment
- فارسی
- خجالت
Example
- Κοκκίνισε από την **αμηχανία** της (ντροπή / αμηχανία / αδεξιότητα) όταν ξέχασε το όνομα του διευθυντή.
- She turned red with embarrassment.
- Το 'κοκκίνισμα' είναι η κλασική σωματική αντίδραση.