αμυντικός /amvunˈdikos/ Adjective

English
defensive
فارسی
گارد گرفتن

Example

  • Η εταιρεία εφάρμοσε αμυντικές κινήσεις (αποτρεπτικές / αντιδραστικές / προστατευτικές) για να αποτρέψει μια εχθρική εξαγορά.
  • The company implemented defensive measures to prevent a hostile takeover.
  • Εδώ τονίζεται η στρατηγική αποφυγή ζημίας.