Αχρονιστικός /axronistiˈkos/ Επίθετο
- English
- anachronistic
- فارسی
- نابهنگام
Example
- Η χρήση κινητού σε ιστορικό δράμα είναι **ανέκδοτο** (παρωχημένος / εκτός τόπου / ξεπερασμένος) — Η σκηνοθεσία έκανε λάθος με το σκηνικό.
- The use of a cell phone in a historical drama is anachronistic.
- Εδώ τονίζουμε την ασυμφωνία στο οπτικό αποτέλεσμα.