Ανάδυση /aˈnaðisi/ Noun
- English
- emergence
- فارسی
- ظهور
Example
- Η [Ανάδυση] του νησιού από τη θάλασσα πριν από 3.000 χρόνια ήταν ένα θέαμα.
- The island’s emergence from the sea 3,000 years ago.
- Η «Ανάδυση» (ανά-δύομαι) φέρει την εικόνα του να βγαίνει κάτι από το νερό ή το σκοτάδι.