ανακοινώνω /anakoiˈnono/ Verb
- English
- announce
- فارسی
- اعلام کردن
Example
- Η σχολή [ανακοινώνει] (δηλώνει / προκηρύσσει) το κλείσιμο λόγω της κακοκαιρίας.
- The school announced the closure due to the storm.
- Το 'ανακοινώνω' είναι το πιο ουδέτερο και συχνό.