άνοιγμα /ˈa.βiɣ.ma/ Noun
- English
- opening
- فارسی
- گشایش
Example
- Βλέπαμε τα αστέρια μέσα από ένα **άνοιγμα** στην οροφή. (χάσμα / οπή / σχισμή)
- We could see the stars through an opening in the roof.
- Το 'άνοιγμα' εδώ είναι η πιο φυσική επιλογή για μια τρύπα στην επιφάνεια.