Άνοιξη /aˈnixi/ Noun

English
spring
فارسی
بهار

Example

  • Την επόμενη άνοιξη, οι τρεις καλλιτέχνες ταξίδεψαν στην Καλιφόρνια.
  • The following spring, the three artists travelled to California.
  • Η «άνοιξη» είναι η κυρίαρχη λέξη, το «έαρ» είναι λόγιο.