ανταγωνισμός /antaɣonizˈmos/ Noun
- English
- competition
- فارسی
- رقابت
Example
- Κέρδισε την πρώτη θέση στον εθνικό διαγωνισμό πιάνου, [ανταγωνισμός] (αγώνας / κόντρα / μονομαχία) ήταν σκληρός.
- She won first place in the national piano competition.
- Εδώ τονίζεται η διαδικασία του αγώνα.