απατώ /apaˈto/ Noun

English
cheat
فارسی
تقلب کردن

Example

  • Μικρέ μου απατεώνα, κοίταξες τα φύλλα μου!
  • You little cheat, you looked at my cards!
  • Το «απατεώνας» είναι η πιο άμεση και ζεστή απόδοση για μικρή αταξία.