Απειλή /a.piˈli/ NounEnglishthreatفارسیتهدیدExampleΗ εταιρεία δέχτηκε [απειλή] κατά του Διευθύνοντος Συμβούλου της.The company received a threat against its CEO.Εδώ η 'απειλή' είναι η επίσημη δήλωση.