Απόδειξη /aˈpðiksi/ Noun

English
receipt
فارسی
رسید

Example

  • Χρειάζομαι την [απόδειξη] για τα έξοδα της δουλειάς μου.
  • I need a receipt for my business expenses.
  • Το 'απόδειξη' είναι το στάνταρ για επιστροφές χρημάτων.