Αποφασιστικός /afasistikos/ Adjective

English
decisive
فارسی
قاطع

Example

  • Η νέα απόδειξη ήταν ο [αποφασιστικός] παράγοντας στη δίκη.
  • The new evidence was a decisive factor in the trial.
  • Εδώ τονίζει την κρίσιμη επίδραση.