απόγευμα /aˈpo.ʝev.ma/ Noun

English
afternoon
فارسی
بعدازظهر

Example

  • Έχω ραντεβού στον οδοντίατρο το απόγευμα.
  • I have a dentist appointment this afternoon.
  • Η χρήση του 'το' δηλώνει συγκεκριμένο χρόνο.