αποκλείω /apokˈli.o/ VerbEnglishexcludeفارسیکنار گذاشتنExampleΗ τιμή [αποκλείει] (αποκλείει / εξαιρεί / απορρίπτει) τον ΦΠΑ.The price excludes tax.Εδώ το 'αποκλείω' είναι η πιο φυσική επιλογή για οικονομικά πλαίσια.