απόλυση /a.poˈli.si/ Noun
- English
- dismissal
- فارسی
- اخراج
Example
- Μαχόταν την **απόλυσή** του στα δικαστήρια (Η **απόλυση** / Η **απομάκρυνση** / Η **λύση συνεργασίας**) — Δίνει μάχη νομική, έντονο το συναίσθημα.
- He is fighting his dismissal in court.
- Η 'απόλυση' είναι ο πιο συνηθισμένος και ουδέτερος όρος για την εργασιακή λύση.