απομακρυσμένος /apomaˈkrizmenos/ Adjective

English
remote
فارسی
دور

Example

  • Ζουν σε ένα [απομακρυσμένο] ορεινό χωριό.
  • They live in a remote mountain village.
  • Εδώ τονίζεται η γεωγραφική απόσταση.