απόθεμα /aˈθevma/ Noun

English
stock
فارسی
موجودی

Example

  • Το κατάστημα έχει γρήγορο κύκλο εργασιών στο [απόθεμα] (αποθέματος / εμπορευμάτων / προμηθειών) — η ζήτηση είναι τεράστια.
  • We have a fast turnover of stock.
  • Το 'απόθεμα' είναι ο πιο ουδέτερος όρος για εμπορικές ποσότητες.