αρχείο /aɾˈt͡ʃiv/ Noun

English
archive
فارسی
آرشیو

Example

  • Το Εθνικό Αρχείο Ήχου διαφυλάσσει χιλιάδες σπάνιες ηχογραφήσεις. (Θησαυροφυλάκιο / Μνημείο / Κιβώτιο)
  • The National Sound Archive preserves thousands of rare recordings.
  • Εδώ τονίζεται η διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς.