Αρχιτεκτονικός /arxitektoˈnikos/ Adjective
- English
- architectural
- فارسی
- معمارانه
Example
- Η πόλη φημίζεται για το μοναδικό της αρχιτεκτονικό ύφος. (αρχιτεκτονικός / σχεδιαστικός / δομικός) — της: Η πόλη φημίζεται για το μοναδικό της αρχιτεκτονικό ύφος.
- The city is known for its unique architectural style.
- Το 'ύφος' (style) είναι η μαγνητική λέξη εδώ.