Άρνηση /arˈni.si/ Noun

English
refusal
فارسی
رد کردن

Example

  • Η άρνηση του αιτήματός του ήταν αναπάντεχη. (Η άρνηση / Η απόρριψη / Η αντίκρουση — της πρότασής του ήταν αναπάντεχη.)
  • The refusal of his request was unexpected.
  • Εδώ το 'άρνηση' είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή.