αρνητικός /arniˈtiːkos/ AdjectiveEnglishnegativeفارسیمنفیExampleΗ κρίση είχε [αρνητική] επίδραση στο εμπόριο.The crisis had a negative effect on trade.Η λέξη 'επίδραση' απαιτεί θηλυκό επίθετο.