Αρθρογράφος /aɾθroˈʝra.fos/ Noun
- English
- columnist
- فارسی
- ستوننویس
Example
- Ο αρθρογράφος (Σχολιαστής / Συντάκτης γνώμης) έγραψε ένα καυστικό σχόλιο για τη νέα τεχνολογική startup.
- The newspaper columnist wrote a scathing review of the new tech startup.
- Το 'καυστικό' (scathing) ταιριάζει πολύ με το ύφος του σχολιαστή.