Αστυνομία /asti.noˈmi.a/ NounEnglishpoliceفارسیپلیسExampleΦύγε από το σπίτι αλλιώς θα καλέσω την [αστυνομία / αστυνομία / αστυνομία].Get out of the house or I'll call the police.Το 'μπάτσοι' είναι πιο αργκό, το 'αστυνομία' είναι το στάνταρ.