ασυνήθιστο /asiniˈθito/ Adjective

English
unusual
فارسی
عجیب

Example

  • Η περίπτωσή του είναι εξαιρετικά ασυνήθιστη (ιδιόμορφος / ανοίκειος / σπάνιος) — η υπόθεση είναι πολύ ασυνήθιστη.
  • The case is highly unusual.
  • Χρησιμοποιείται για να δηλώσει κάτι που δεν συμβαίνει συχνά.