ύφος / στάση /ˈætɪtjuːd/ Noun

English
attitude
فارسی
نگرش

Example

  • Αυτές οι κοινωνίες πρέπει να αλλάξουν τη **στάση** τους απέναντι στις γυναίκες. (Η **στάση** / Η **αντίληψη** / Η **διάθεση**)
  • These societies have to change their attitudes towards women.
  • Εδώ η 'στάση' είναι η γενική κοινωνική τοποθέτηση.