αυτόματος /afˈtomatos/ AdjectiveEnglishautomaticفارسیخودکارExampleΗ είσοδος έχει αυτόματες πόρτες που ανοίγουν με αισθητήρα.The building has automatic doors that slide open.Η λέξη 'αυτόματος' εδώ τονίζει την έλλειψη χειροκίνητης ενέργειας.