άβολος /aˈvɔlos/ Adjective

English
uncomfortable
فارسی
معذب

Example

  • Αυτές οι νέες καρέκλες γραφείου είναι εξαιρετικά άβολες.
  • These new office chairs are incredibly uncomfortable.
  • Εδώ το 'άβολος' καλύπτει τέλεια τη φυσική δυσφορία.