Αποτυχία / Βομβαρδισμός /bɔmbiŋg/ Noun

English
bombing
فارسی
بمباران

Example

  • Η πόλη αναρρώνει από τον πρόσφατο [πλήγμα / σφοδρή επίθεση / καταστροφή] της.
  • The city is recovering from the recent bombing.
  • Το 'πλήγμα' είναι πιο κομψό για την αποκατάσταση.