καρτούν /karˈtun/ Noun

English
cartoon
فارسی
کارتون

Example

  • Η εφημερίδα της Κυριακής έχει πάντα ένα αστείο [καρτούν].
  • The Sunday paper always has a funny cartoon.
  • Η λέξη 'καρτούν' είναι άμεσος δανεισμός και πολύ κοινή.