Χαλαρώνω /xa.laˈro.no/ Adjective
- English
- relaxing
- فارسی
- استراحت
Example
- Μια **χαλαρωτική** βραδιά με φίλους. [Ηρεμιστική / Γαλήνια / Γλυκιά] — της: Μια χαλαρωτική βραδιά με φίλους.
- A relaxing evening with friends.
- Η πιο συνηθισμένη και ζεστή επιλογή για κοινωνικές στιγμές.