Χαλκός /xalˈkos/ NounEnglishcopperفارسیمِسExampleΗλεκτρολόγος: «Θα χρειαστούμε καινούργια [χαλκός] για όλη την εγκατάσταση.»The house was rewired with new copper cables.Στην πράξη, λέμε συχνά «καλώδια χαλκού» ή απλά «χαλκό» (αμετάβλητο).