Απόλαυση /a.pó.la.fsi/ Noun

English
delight
فارسی
شعف

Example

  • Τα παιδιά ούρλιαξαν από [η χαρά]! (Η αγαλλίαση / Η ευφροσύνη / Η τέρψη)
  • The children squealed with delight.
  • Η 'αγαλλίαση' είναι πιο έντονη, σχεδόν σωματική αντίδραση.