σεφ /ʃef/ NounEnglishchefفارسیسرآشپزExampleΟ [Σεφ] (Αρχιμάγειρας / Επικεφαλής / Διευθυντής) ετοίμασε ένα μενού πέντε πιάτων.The head chef prepared a five-course meal.Το 'Σεφ' είναι το πιο κοινό, αλλά το 'Αρχιμάγειρας' τονίζει την ιεραρχία.