Χώρα /ˈxo̞ra/ NounEnglishcountryفارسیکشورExampleΑντιπροσωπεύει τη **χώρα** της στους διεθνείς αγώνες (εκπροσωπεί / οικοδομεί / θεμελιώνει).She represents her country in international sports.Η εκπροσώπηση είναι θέμα εθνικής υπερηφάνειας.