Χορωδία /xo.roˈði.a/ NounEnglishchoirفارسیگروه کُرExampleΤραγουδάει στην [χορωδία] του σχολείου.She sings in the school choir.Η 'χορωδία' είναι η πιο φυσική επιλογή για σχολικό πλαίσιο.