χρήσιμο /xriˈsimo/ AdjectiveEnglishusefulفارسیمفیدExampleΑυτό το app είναι πολύ [χρήσιμο] (ωφέλιμο / αποτελεσματικό) για τη δουλειά από το σπίτι.A useful tool for remote work.Η λέξη είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή.