κοκτέιλ /ko̞kˈteɪl/ NounEnglishcocktailفارسیکوکتلExampleΠαρήγγειλε ένα κλασικό μαρτίνι [κοκτέιλ] — ένα διαχρονικό δροσερό ρόφημα.She ordered a classic martini cocktail.Το 'κοκτέιλ' είναι η κυρίαρχη λέξη, ακόμα και σε κομψά μέρη.